Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

sleep alone




Καπνίζω… Καπνίζω απελπισμένα, έντονα. Πάντα!
Πάντα! Πάντα! Πάντα!
Επιθύμησα να σκεφτώ, να γράψω, να τραγουδήσω…
Αλλά ο δαίμονας μου κοιμάται.
Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
από αυτήν την ψυχή μου.

Καλοκαιρινή νύχτα, Ιούνης μήνας, ο μήνας που τα βράδια μπορείς να ακούσεις την ανάσα της Γης όπως ερωτοτροπεί με τον ουρανό. Πόσοι ποιητές δεν την ύμνησαν, μα… φτάνει τώρα, ως εδώ… ποτέ πια!
Τ’ αστέρια τρεμόφεγγαν μακρινά, άτακτα, ασύλληπτα… στέλνοντας σινιάλα σαν τα καντηλάκια στα νεκροταφεία το σούρουπο, υπεύθυνα για τους νόμους,τους παρανόμους, για ό,τι πέρασε και ό,τι θά ’ρθει πάνω ’ αυτήν την πέτρα, και για όλα τα πλάσματα που σέρνονται πάνω της.
Κάτω στο χώμα βαθύ το σκοτάδι, κι ο δρόμος, κι ο χρόνος μεγάλος μέχρι το ξημέρωμα.
Το ένιωσε να πλανιέται στον άνεμο μαζί με την απάντηση. Ήταν ώρα πια να ξεκινήσει. σηκώθηκε αργά, προχώρησε και σταμάτησε μπροστά στον απόκρημνο γκρεμό. Από κάτω έφτανε υπόκωφος ο παφλασμός της αιώνια ανήσυχης θάλασσας.
Στάθηκε τελετουργικά στην άκρη του βράχου γυμνός, γυμνός σαν τον Διόνυσο που βρίσκει επιτέλους την ακτή του, και μόνος, μόνος σαν τον πρώτο άνθρωπο που μετά την προαιώνια παγωμένη νύχτα άκουσε το θλιβερό τραγούδι ενός ετοιμοθάνατου γλάρου λίγο πριν την παρθενική αχτίδα, στην άκρη της Γης.
Σήκωσε το πιστόλι και σημάδεψε ψηλά, ευχόμενος να είναι κάποιος εκεί πάνω, γιατί ξέρεις… δεν με νοιάζει μονολόγησε… Πρώτα έριξε δοκιμαστικά σε κάτι σκόρπια, κι αμέσως μετά στον άσπλαχνο Άρη, πρώτα πυροβολούμε, μετά ρωτάμε… και να θυμάστε, οι νεκροί δεν λένε ποτέ ψέματα. (Και ποιος νομίζεις σκοτίζεται για την αλήθεια;)
Και έπειτα έριξε κατά ριπάς… όλον τον χάρτινο ουρανό, τρύπες να τον γεμίσει. Πένθιμες τρύπες, να χάσκουν στο κελί μας. Κι ύστερα ξέπνοος και ματωμένος,να γύρει… να πέσει στην αυλή μας.
Όταν πια του τέλειωσαν οι σφαίρες, πέταξε στον γκρεμό το πιστόλι και… Άγιο μίσος, δώσ’ μου το χέρι σου.
Το ύψωσε ενώνοντας τα τρία δάχτυλά του, θαρρείς έτοιμος να ορκιστεί σε κάτι, αλήθεια σε τι θα μπορούσε πια;
Άρχισε να σβήνει ένα ένα τ’ άστρα σαν να ήταν κεριά, σκοτώνοντας το φως ανάμεσα στα δάχτυλά του. Μαζί τους έσβηνε και όλες τις περασμένες φωτιές που σιγόκαιγαν ακόμη στο πίσω μέρος του μυαλού του. Ένα προς ένα, σαν τα κεριά που έχουν πληρώσει πια το τάμα τους. Ένα προς ένα, να πάψουν πια να κυβερνούν τη μοίρα. Ένα για κάθε λέξη, για κάθε σκέψη, για κάθε αναπνοή που έμειναν πίσω. Κανένα να μη μείνει. Κανένας δεν θα μείνει.
Μόνο κομμάτια μικρά, που πέφτοντας μακραίνουν φέγγοντας για λίγο πιο δυνατά, πριν ξεψυχήσουν στην άβυσσο. Μικρά κομμάτια όσων κάπου εδώ, εδώ γύρω που πέρασε κι αυτός, περπάτησαν, θραύσματα όσων ακόμη εδώ ονειρεύονται, ή απλά πέτρες που πλέουν άσκοπα στο κενό διάστημα κι ένα μυαλό, μικρό χαζό, τους παρέδωσε το ριζικό.
Δεν με νοιάζει η απάντηση πια… να σβήσουν όλα.
Λίγο πριν χαράξει, βιαστικός και καταϊδρωμένος, τα χτυπούσε με τις γροθιές του, τα κλοτσούσε, προσπαθούσε να τα δαγκώσει… κι όμως σχεδόν είχε καταφέρει να τον τυλίγει το απόλυτο σκοτάδι. Το φεγγάρι, έτσι σαν φέτα καρπουζιού που κρεμόταν, το έκανε μερικές χαψιές κι ύστερα πέταξε στο χάος τη φλούδα του, φτύνοντας μαζί και τα κουκούτσια της σκοτεινής πλευράς.
Στον ουράνιο θόλο δεν ξεχώριζε πια κανένα χρώμα. Μόνο η απέραντη απονιά που είναι πάντα εκεί. Μέσα στις τελευταίες ανταύγειες ενός άρρωστου λυκόφωτος άναψε τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά τζούρα αποκαμωμένος.
Ακόμη ένα τελευταίο, το πιο λαμπερό, και ύστερα μπορώ να κοιμηθώ. Αυτό θα το έσβηνε όχι με τα δάχτυλα του χεριού του, αλλά συνθλίβοντάς το με τη φτέρνα του ποδιού, σαν τελευταίο τσιγάρο. Δεν είναι ακόμη τόσο σκοτεινά αλλά θα γίνει.

The sky is empty, silent,
The Earth still as stone,
So nothing stands above me,
Now I can sleep alone.
The END

Σαν το πουλί στο ακροθαλάσσι τον βρήκε η αυγή, προσπάθησε να τον τυλίξει και πάλι στη μανία της και τη βουή.
Κοίταξε με το υγρό του βλέμμα προς την ανατολή και έκανε μια τελευταία ανέλπιδα προσπάθεια να σβήσει κατουρώντας τον κόκκινο ήλιο που ανέβαινε ψηλά.
Ύστερα φόρεσε ξανά τα ρούχα του, έβαλε στην τσέπη του λίγο σκοτάδι, όσο πρόφτασε να μαζέψει στη χούφτα του για τον δρόμο, κι έψαξε με τα μάτια εκεί πέρα στον βορρά, κοιτώντας θαρρείς να δει εκείνο το παλιό κρυμμένο πέρασμα.

Κάτω από τον απόμακρο βόμβο, τον ατελείωτο ψίθυρο, το ακατάπαυστο αρρωστημένο μουρμουρητό, αυτή την αιώνια διαστημική συμφωνία των κόσμων, τους σπαρακτικούς ύμνους των αστεριών, χάθηκε στα κλεφτά, νικημένος για ακόμη μια φορά, μια φασματική μορφή, το φάντασμα της ακτής, μια πέτρα που απέρριψε ο χτίστης, μην αφήνοντας πίσω του τίποτε άλλο παρά μόνο μια στάλα, αόρατη στο φως του ήλιου, αστρόσκονη να αιωρείται στον αιθέρα, κι έναν αδύναμο λυγμό. 
Κάπως έτσι, κάπου εδώ, και πάλι δεν τελειώνει. 

image: Shoot for the stars, by Imaage 18.
text: saunterer – Από τη λάθος πλευρά, εκδόσεις Απόπειρα, 2014.
music: Dimi Dero – Sleep alone, A tribute to Rowland S. Howard CD, Stagger Records 2006.