Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Another ship in the night (Orientia Tsutsugamushi)




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κι ωραίο καράβι ταξιδιάρικο, φορτωμένο με πολύ κόσμο και πραμάτεια· είχε βάλει πλώρη ψάχνοντας τη λύτρωση από τις αμαρτίες του χθες, για τη δική του μακρινή γη της επαγγελίας.
Ο καπετάνιος όμως και το πλήρωμα κατέχονταν από μια μικρή εμμονή, ανεξήγητα και απ’ όλους τους κινδύνους της θάλασσας, αυτοί το μόνο που έτρεμαν ήταν το να έχει το πλοίο τους τη μοίρα του Τιτανικού.

Φοβισμένοι,αγνάντευαν νύχτα μέρα την απέραντη θάλασσα για να
προλάβουν να δουν το παγόβουνο όσο αυτό θα έβοσκε αμέριμνο μακριά στο πέλαγος, έτσι ώστε να μπορέσουν να στρίψουν το τιμόνι έγκαιρα και να φύγουν πριν να τους επιτεθεί. Το ότι εκεί νότια και ανατολικά στη Μεσόγειο που έπλεαν τέτοιο φαινόμενο δεν είχε παρατηρηθεί τις τελευταίες πολλές χιλιάδες χρόνια, δεν φαίνεται να απασχόλησε ποτέ κανέναν.

Τουναντίον, ψέματα ή αλήθεια, οι επιβάτες τρομαγμένοι από τις φήμες που απειλητικές σαν την ομίχλη απλώνονταν πάνω στο κατάστρωμα αλλά και από την πειθώ που πολλές φορές χρησιμοποιούσε το πλήρωμα, κοίταζαν έναν έναν τους συνεπιβάτες τους, μήπως και μυριστούν ποιος φταίει για να τον θυσιάσουν, διώχνοντας μακριά την κακοδαιμονία, και τους ναυτικούς στα μάτια, ψάχνοντας να μαντέψουν αν είχε φτάσει ή όχι εκείνη η κακιά η ώρα που τα ποντίκια κάνουν το πρώτο άλμα στις βάρκες. Άλλοι πάλι καμώθηκαν τους αδιάφορους και ανήξερους που δεν έπρεπε να αντιληφθούν… σαν να ’χε κλάσει καμιά δεσποινίς στο σαλόνι… συνέχισαν να αγναντεύουν σαν μην τρέχει τίποτα…

Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες και τα χρόνια, και το καράβι χαμένο μέσα στη μαύρη θάλασσα του φόβου αρμένιζε στα κύματα, αν και κάποιοι είπαν ότι απλά έκανε μεγάλους κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο. 

Μέσα στη βιβλική, όπως πια φαινόταν στα μάτια τους καταιγίδα, καταμεσής της θάλασσας, η αξιοπρέπεια έφυγε κι έμεινε μόνη της η ελπίδα, που όμως γρήγορα έγινε ανάμνηση, και η ανάμνηση χάθηκε κι αυτή όπως χάνονται όλα αυτά στους μικρόψυχους ανθρώπους.

Τα ελάχιστα άλλα πλοία που συνάντησαν στη ρότα τους, με το πρόσχημα ότι ήθελαν να το βοηθήσουν, προσπαθούσαν απλά να πλιατσικολογήσουν ό,τι είχε απομείνει απ’ την πραμάτεια, την τροφή και το νερό, ακόμη και τους ανθρώπους, με προτίμηση στους έφηβους, τις νταρντάνες γυναίκες και φυσικά το εκλεκτότερο έδεσμα για αυτούς, τα μικρά παιδιά. Τους υπόλοιπους, ειδικά τους γέρους και τους αρρώστους, τους άφησαν να σαπίζουν στα αμπάρια. Όλα αυτά σε συνεννόηση, είπαν κάποιοι, με το πλήρωμα.

Κάποια στιγμή μέσα στην απόγνωση θα πρέπει να επιχειρήθηκε και ανταρσία, η οποία όμως δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, μιας και ο τρόμος του κενού και η ναυτία τούς είχαν καταβάλει όλους, και αποδείχθηκαν ισχυρότερα από τη στερνή τους γνώση, ότι πια το μόνο που είχαν να χάσουν το είχαν χάσει προ πολλού και δεν τους έμεναν πια παρά μόνο οι αλυσίδες της άγκυρας.

Αυτά τα λίγα που γνωρίζουμε τα μάθαμε από το ημερολόγιο καταστρώματος που βρέθηκε στη μοιραία για το πλοίο ακτή, μαζί με τ’ απομεινάρια του σκαριού, την άγκυρα, και όσα από τα κουφάρια δεν έγιναν τροφή για τα μεγάλα, μαύρα κι αυτά, ψάρια. 

Στην τελευταία εγγραφή του ημερολογίου, λίγο πριν το καράβι φουντάρει ακυβέρνητο και αύτανδρο στα βράχια, με τρεμάμενα χέρια ο γιατρός του πλοίου, ένας από τους τελευταίους επιζώντες, έγραφε — πάντα φυσικά προς χάριν της επιστήμης και των επόμενων γενεών — ότι αν και τελικά το καράβι απέφυγε τα παγόβουνα, επιβάτες και πλήρωμα έπεσαν θύματα της νόσου που πρώτο χτύπησε τον καπετάνιο, και το όνομα αυτής ήταν Orientia tsutsugamushi.

Αν και το νόσημα με το εξωτικό αυτό όνομα, σημείωνε, ενδημεί κυρίως στις χώρες της Άπω Ανατολής, δεν θα πρέπει να προξενεί καμία εντύπωση που θέρισε το συγκεκριμένο καράβι, τέτοιο πλήρωμα και επιβάτες που κουβαλούσε πάνω του, προφανώς αναπάντεχα φωτισμένος από την αβυσσαλέα όψη της τελευταίας στιγμής.

Το όνομα του πλοίου δεν θα το αποκαλύψουμε, μιας και πλέον λειτουργεί σαν κακό ξόρκι ακόμη και στα μαλάκια της θάλασσας, πόσο μάλλον στα υπόλοιπα πλάσματα του βυθού συμπεριλαμβανομένων των γοργόνων και του τρομερού μουσάτου θεού με την τρίαινα. Ας μείνει στην ιστορία και τη μνήμη σαν ακόμη ένα πλοίο που χάθηκε στο ταξίδι του μέσα στη νύχτα.



(Η ιστορία αυτή «ανέβηκε» για πρώτη φορά στο blog τον Νοέμβρη του 2011, έπειτα την «κατέβασα» για να τη δουλέψω λίγο παραπάνω και να συμπεριληφθεί στο θρυλικό πλέον οφείλω να ομολογήσω, και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; πρώτο μου βιβλίο «Από τη λάθος πλευρά», τέτοια εποχή το 2014.
Την «ανεβάζω» ξανά, όπως ακριβώς υπάρχει και στο βιβλίο, για να δείξω κι εγώ με τη σειρά μου όπως πολλοί έγκυροι και μη, γραφιάδες τα τελευταία χρόνια, πόσο πολύ μεγάλος και τρελός προφήτης υπήρξα σχετικά με την κατάσταση αυτής της χώρας!) 

text: saunterer – Από τη λάθος πλευρά, εκδόσεις Απόπειρα 2014. 
music: Die Haut – Another Ship In The Night, Sweat LP, What’s So Funny About…1993. 




Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Το καφενείο



«Πάω στο καφενείο, τι χαρά!»
Μιχάλης Μπούκλης

Μ αρέσει το καφενείο. Πηγαίνω από μικρός. Κάναμε κοπάνα απ το γυμνάσιο κι ερχόμασταν στο κέντρο για να πάμε στο Αιγαίο (δεν θυμάμαι αν στο τέλος είχε και «ν»), το Αχίλλειο –πριν αλλάξει, εκμοντερνιστεί και γίνει στέκι της Βανδή μια εποχή που ήταν φοιτήτρια- και το Ματζέστικ.
Αμφότερα στην παραλιακή, από τότε που έκλεισε και το Ματζέστικ που ήταν το πιο αγαπημένο μου, παραλία κάθομαι μόνο σε παγκάκι. 

Ήταν ωραία στο Ματζέστικ έλεγα, ήταν περίπου σαν κι αυτό της φωτογραφίας πιο πάνω χωρίς πλάκα! (λέτε να είναι αυτό; καθόλου απίθανο να υπήρχε από τότε...)
Συνέχισα λοιπόν να πηγαίνω εκεί, μέχρι τη μέρα που έκλεισε κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’90 θα πρέπει να ήταν, ή αρχές 00 δεν θυμάμαι και καλά. Αν κάποιος αναγνώστης έχει δυνατότερη μνήμη ας με διορθώσει. 

Τα καλύτερα χρόνια του όμως ήταν εκεί μέσα με τέλη του ’80, και αρχές του ’90.
Φρικιά, πανκιά, κουλτούρα, διανόηση, ζητιάνοι και τρελοί - κάθε αξιοπρεπές καφενείο έχει τους τρελούς του- ενωμένοι με αστούς συνταξιούχους της γειτονιάς, που έβγαιναν κουστουμαρισμένοι κι ατσαλάκωτοι να πιουν τον ελληνικό τους. Ο Γιώργος ο ψηλός καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται, πάνω κάτω όλη την ώρα με τον δίσκο στα χέρια, και να περνάει απ το τραπέζι μας και να μας λέει ότι θέλει να του δώσουμε όλοι από μια φωτογραφία μας να μας καδράρει στον τοίχο και να καμαρώνει για τους εκλεκτούς πελάτες του. Τέτοια μούτρα που είχαμ’ όλοι.
Εγώ πάντως, με το ροκαμπιλάδικο κοκοράκι μου, ήμουνα ο πιο σεμνός, των υπολοίπων το μαλλί κυμαινόταν από τον φοίνικα των Κιούρ μέχρι μοϊκάνα... 

Ωραίος ήταν κι ο άλλος ο σερβιτόρος, ένας χοντρούλης ασπρομάλλης που θα μπορούσε να έχει σερβίρει και τον Γεώργιο τον Α λίγο πριν τη δολοφονία του εδώ στην πόλη.  
Ήσουνα πάντως πούδρας όταν έπιανες τραπεζάκι έξω, με τον Θερμαΐκό φάτσα κάρτα να χρυσίζει από τον ήλιο (μπορεί να ήταν και τίποτα κουράδες, δεν ξέρω) και το ανοιξιάτικο αεράκι να σου χαλάει το μαλλί. 
Ο Πλούτο των Mushrooms, συνήθως κάπου εκεί γύρω να ψάχνεται για να γίνει, του είχαμε συστήσει και την άκρη μας ένα φεγγάρι, πολύ καλό παιδί, Θεός σχωρέστον.
Και τον χειμώνα όμως, κάτι Σαββατιάτικα κρύα πρωινά ύστερα από βινυλότσαρκα στο Ρόλιν Άντερ και βιβλιότσαρκα στου Ραγιά, έπιανες τραπέζι δίπλα στη σόμπα, γλυκοκοίταζες τα εξώφυλλα των δίσκων, φυλλομετρούσες τα βιβλία, κι ύστερα κάρφωνες το βλέμμα στη θάλασσα σαν παλιός ναυτικός. Άρχοντας σας λέω.

Εκείνες τις εποχές πηγαίναμε και στο Αστόρια (υπάρχει ακόμη, «μοντέρνο» πια και τούτο) στο Ναβαρίνο. Καλό κι αυτό, όχι σαν το Ματζέστικ, αλλά μας έπεφτε πιο κοντά. Εκεί βέβαια θα συναντούσες σχεδόν καθημερινά, τον παραγνωρισμένο γίγαντα της Σαλονικιότικης ποίησης, του οποίου ένας στίχος ανοίγει αυτό το κείμενο, τον συγχωρεμένο Μιχάλη Μπούκλη.
Να παίζει πάντα τάβλι γκρινιάζοντας, βρίζοντας, κάνοντας προσευχές όταν δεν είχε ρέντα, απαγγέλοντας αρχαία ελληνικά ρητά και τραγουδώντας παλιά ρομαντικά τραγουδάκια με την ένρινη μπάσα φωνή του, όταν του χαμογελούσε το ζάρι.
Μπορεί επίσης να παρατηρούσες έκπληκτος και κάποιον από την χαρούμενη και χαμογελαστή παρέα μας, να προσπαθεί να μαζέψει με το χέρι του από την πλάτη ενός ανύποψίαστου παππουδερoύ, την φτυσιά που μόλις είχε εκτοξευτεί απ το στόμα του και στο τέλος επιτυχώς να την τοποθετεί ξανά πίσω στη γλώσσα του... Ήταν το μισό τριπάκι που βήχοντας του έφυγε.

Πολύ καλά περνούσαμε κι εκεί, αν μας τη βαρούσε σηκωνόμασταν και παίζαμε με τα άρβυλα μπάλα στην πλατεία. Άμα βαριόμασταν και την μπάλα πηγαίναμε στα ηλεκτρονικά λίγο πιο πέρα, μια οπτασία ήταν κι εκεί, φλιπεράκι, Σανγκάη κι άγιος ισχυρός, αλλά σήμερα μιλάμε για τα καφενεία, οπότε δεν δίνω άλλες λεπτομέρειες για το θέμα.
Από καφέδες εννοείται ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από φραπέ κι ελληνικό. Κάτι φρέντο και πουτσίνο ούτε τα είχαμε φανταστεί.

Μετά άρχισαν ν ανοίγουν τα «μοντέρνα» καφενεία, μετά τα «παραδοσιακά», και τώρα πλέον γίνεται της πουτάνας... αλλά πως να το κάνουμε, ούτε γω έχω είμαι ίδιος ούτε όμως και τα καφενεία είναι πια αυτό που ήταν κάποτε...

Πηγαίνω ακόμη καμιά φορά πάντως, υπήρχε και υπάρχει ακόμη ο Πύργος στο Ντορέ, καλό κι αυτό, μου πέφτει πλέον λίγο μακριά, αλλά άνοιξη και καλοκαίρι την ώρα που έρχεται το βραδάκι είναι χάρμα... αν δεν έχει βέβαια κανένα ματς να γκαρίζει η τηλεόραση τέρμα...

Πιο κοντά στο σπίτι, έχω βρει δύο τρία που μ αρέσουν, μα έχουν όλα μουσική, κι έχουν βάλει κάτι ωραία γκομενάκια να σερβίρουν, ένα είδος εναλλακτικού κονσομασιόν, και αλλάζει η ατμόσφαιρα... είμαι ανατολίτης στο θέμα αυτό, το καφενείο πρέπει να είναι τόπος να μιλήσεις και ν ακούσεις τον άλλον να μιλάει, άντε κι αν είσαι χαρτόμουτρο να παίξεις πρέφα... ή έστω, μιας που οι φίλοι είναι χαμένοι ο καθένας στον μικρόκοσμό του ανεβαίνοντας τον δικό του Γολγοθά, κι οι άγνωστοι χωμένοι στη μικροοθόνη τους, ν αράξεις μόνος, να χαζέψεις έξω τον δρόμο, τον κόσμο, να σκεφτείς... όχι ν ακούσεις μουσική και να χαλβαδιάζεις γκομενάκια... τα μπαρ τι τα έχουμε;


Έγραψα και τη λέξη κλειδί, την «οθόνη»... το τι γίνεται τα τελευταία χρόνια με τα κινητά και τα φορητά ρε παιδί μου... όλοι μια οθόνη κοιτάζουν... ακόμη και στα λαϊκά καφενεία στις γειτονιές, τηλεόραση, ειδήσεις και μπάλα... και να ‘ταν μόνο εκεί... όλοι, παντού μια οθόνη κοιτάζουν... ακόμη κι αυτή τη στιγμή εσείς κι εγώ! άσε άσε σας λέω, από τη μια οθόνη ο άλλος η κατάστασης, δε μας χωράει πια ο τόπος.
Ευτυχώς έχω να σκέφτομαι και να παίρνω θάρρος, ότι με περιμένει πάντα το θρυλικό καφενείο της Χρυσούλας, εκεί στο χωριό στη Κρήτη που πηγαίνω τα καλοκαίρια, όπως και πολλά άλλα παρόμοια, σπαρμένα μέσα στα βουνά, όπου μπορείς να κάτσεις και να πιεις τον καφέ σου και τις ρακές σου κουβεντιάζοντας με ντόπιους κι ξενομπάτηδες για τα τρέχοντα αλλά και τα επέκεινα, γνωρίζοντας ξανά... τον άνθρωπο, όπως μόνο στο καφενείο μπορείς να τον γνωρίσεις, που λέει κι ένας φίλος απ’ το νησί, που έχει τα χρονάκια του και την πείρα...

Όλα αυτά τα σκέφτηκα που λέτε, μετά που διάβασα μια προπέρσινη συνέντευξη του
αειθαλούς ενενηνταεπτάχρονου Λόρενς Φερλινγκέτι, όπου μεταξύ άλλων ωραίων αναφέρονται και τα εξής:

Από το παράθυρο του γραφείου του ο Φερλινγκέτι αγναντεύει τη γειτονιά του Νορθ Μπιτς, τη γειτονιά του που αλλάζει λέει, όπως και ολόκληρο το Σαν Φρανσίσκο.
Πάρτε για παράδειγμα το αγαπημένο του καφενείο της γειτονιάς, όπου μας λέει, πλέον κανείς δεν μιλάει σε κανέναν, γιατί απλά όλοι κοιτάζουν μπρος σε μια οθόνη. 
«Χθες το πρωί πήγαινα προς τα εκεί και διασταυρώθηκα μ έναν τύπο. Του είπα 
Καλημέρα’’ μα δεν με κοίταξε καν. Απλά με προσπέρασε» αναθυμάται γελώντας.

Και μπορεί με τον αγαπητό Λόρενς να μας χωρίζουν πέραν όλων των άλλων και πενήντα χρόνια διαφορά, αλλά αυτήν ακριβώς την αίσθηση έχω και γω για το συγκεκριμένο θέμα... και για τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο γενικότερα.


Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

übermensch (σελινιασμού συνέχεια)



Κοντολογίς, η μεγάλη κούραση της ύπαρξης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο απ τον τεράστιο μόχθο μας να παραμείνουμε εχέφρονες επί είκοσι, σαράντα χρόνια και βάλε, να μην είμαστε απλά, βαθιά ο εαυτός μας, δηλαδή σιχαμεροί, φρικαλέοι, παράλογοι. Είναι εφιάλτης να πρέπει πάντα να παρουσιάζουμε  ως ένα μικρό παγκόσμιο ιδεώδες, ως έναν υπεράνθρωπο απ το  πρωί ίσαμε το βράδυ, τον χωλό υπάνθρωπο που μας δόθηκε.

text: Louis-Ferdinand Céline - Voyage au bout de la nuit (1932), στα ελληνικά: 
«Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εκδόσεις
Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2007. 
music: The Sterling Sisters – Last Run, Hale LP, Pesanta 2012.  

orphan sterling sisters